Σάββατο, Σεπτεμβρίου 02, 2017

Ἡ ἐνέργεια τῆς ψυχῆς

Ἡ ἐνέργεια τῆς ψυχῆς
Εἰσαγωγικά
Στήν μικρή αὐτή ἐργασία γίνεται ἕνα πλησίασμα στήν ἐνέργεια τῆς ψυχῆς πού εἶναι ἡ λογική (ἤ διάνοια) καί ὁ νοῦς (ἤ νοερά ἐνέργεια). Ὁ λόγος πού μέ ἔκανε νά ἀσχοληθῶ μέ ἕνα τόσο σοβαρό θέμα, ἄν καί δέν εἶμαι εἰδικός, εἶναι ἡ ἄγνοια πολ-λῶν ἀδελφῶν σχετικά μέ τό σοβαρό αὐτό θέμα.
Ἐάν αὐτή προσπάθειά μας σᾶς ἀνάπαυσε ψυχικῶς, δόξα νά ἔχει ὁ Θεός. Ἐάν ὑπάρχουν ἐρωτηματικά παρακαλῶ πολύ νά ἀνατρέξετε στίς παραπομπές. Τήν μι-κρή αὐτή ἐργασία γιά νά τήν καταλάβετε πρέπει νά τήν μελετήσετε.
Γιά τίς ἐλλείψεις ζητῶ τήν ἐπιείκειά σας.
Με ἀγάπη Χριστοῦ
Κων/νος Ἡρ. Δεσπότης
 

Τί εἶναι ἡ ψυχή;

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός γράφει: «ψυχή, εἶναι ζῶσα ὕπαρξη, ἁπλῆ, ἀσώματη· ἡ φύση της εἶναι ἀόρατη μέ τά μάτια τοῦ σώματος· εἶναι λογική καί νοε-ρή, χωρίς σχῆμα· κατοικεῖ σέ ὁργανικό σῶμα καί τοῦ παρέχει ζωή, ἀνάπτυξη, ἀν-τίληψη καί γέννηση· δέν ἔχει τόν νοῦ σάν κάτι διαφορετικό ἀπό τόν ἑαυτό της, ἀλ-λά σάν τό πιό καθαρό στοιχεῖο της· διότι, ὅπως εἶναι τό μάτι στό σῶμα, ἔτσι εἶναι καί ὁ νοῦς γιά τήν ψυχή. Εἶναι αὐτεξούσια καί ἔχει θέληση καί ἐνέργεια· εἶναι μεταβλητή, δηλαδή μεταβάλλεται σύμφωνα μέ τήν θέλησή της, διότι εἶναι κτιστή. Ὅλα αὐτά τά ἔχει λάβει μέ φυσική τάξη ἀπό τήν χάρη τοῦ Δημιουργοῦ της, ἡ ὁποία τῆς ἔδωσε καί τήν ὕπαρξη καί τήν φύση[1]».

Οὐσία και ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ καί στόν ἄνθρωπο.
«Στόν Θεό, σύμφωνα μέ τήν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας ὑπάρχει οὐσία καί ἡ ἐνέργεια. Ἡ ἐνέργεια εἶναι γέννημα τῆς οὐσίας τοῦ Θεοῦ καί εἶναι τελείως ἄγνω-στη. Ἡ ἐνέργεια ὅμως τοῦ Θεοῦ, ἡ θεία Χάρη, μετέχεται ἀπό τήν κτίση[2]».
«Ἡ διάκριση οὐσίας καί ἐνεργείας εἶναι καθαρά ἐμπειρική κατάσταση[3]».
Ἐπειδή ὁ ἄνθρωπος εἶναι κατ’ εἰκόνα Θεοῦ, γι’ αὐτό καί ἡ ψυχή του (ἔχει) οὐσία, πού εἶναι ἡ βαθεῖα καρδιά (Ψαλμ. 63,7) καί ἐνέργεια», ἡ ὁποία εἶναι λογική καί νοερή καί «πολλαπλασιάζεται ἐν τοῖς πολλοῖς εἰς τά πολλά κτίσματα[4]».

«Αὐτή ἡ ἐνέργεια τῆς ψυχῆς πρέπει νά κινεῖται ἀγαπητικά πρός τόν Θεό[5]».

Οἱ αἰσθήσεις τῆς ψυχῆς
Ὁ ἄνθρωπος σύμφωνα μέ τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Δαμασκηνό ἔχει πέντε σωμα-τικές αἰσθήσεις, ὅραση, ἀκοή, ὄσφρηση, ἁφή καί γεύση, ὑπάρχουν καί πέντε αἰ-σθήσεις τῆς ψυχῆς, νοῦς, φαντασία, δόξα, διάνοια καί αἴσθηση.

Ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ σπουδαιότερη δύναμη τῆς ψυχῆς, ἡ λεπτότατη προσοχή, ὁ τροφοδότης τῆς καρδιᾶς, φέρνει τό κατ’ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ καί μόνος αὐτός μπορεῖ νά γνωρίσει τόν Θεό καί νά γίνει κατά χάρη θεός.

Τήν σπουδαιότητα τοῦ νοῦ ἀποδεικνύει καί ὁ λόγος τοῦ Κυρίου: «Μετανοεῖτε ἤγγικε γάρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν», (Ματθ. γ, 3). Ἡ μετάνοια ἡ βασικότατη ἐντολή τῆς σωτηρίας μας, πού ἡ λέξη, ἀποτελεῖται ἀπό τήν πρόθεση μετά καί νοῦς, εἶναι ἡ στροφή τοῦ νοῦ πρός τόν Θεό. Ἡ μετάνοια εἶναι ἡ θεϊκή δύναμη πού ξεκολλάει τόν νοῦ ἀπό τά γήϊνα καί τόν μεταφέρει στήν αἰωνιότητα. Αὐτό θά συμβεῖ ὅταν ὁ νοῦς ἀπελευθερωθεῖ ἀπό τήν δουλεία τῶν αἰσθήσεων.

«Ἡ αἴσθηση εἶναι ἡ ἄλογος δύναμη γνωρίζει καί ἀντιλαμβάνεται ὅλα τά αἰ-σθητά πράγματα. Ἡ φαντασία ἔχει τήν ἀρχή στήν αἴσθηση καί ἐνεργεῖ καί ἀπόν-των τῶν αἰσθητῶν πραγμάτων. Ἡ δόξα προέρχεται ἀπό τήν φαντασία καί εἶναι ἄλογη. Ἡ δόξα εἶναι ἡ γνώμη πού ἔχουμε γιά κάθε ζήτημα, γιά κάθε ἀντικείμενο. Κι’ αὐτή ἡ γνώμη, προέρχεται ἀπό τήν φαντασία.
Ἡ διάνοια εἶναι ἐκείνη ἡ λογική δύναμη πού ὁλοκληρώνει τήν δόξα.[6]».

Οἱ δυνάμεις τῆς ψυχῆς
«Οἱ δυνάμεις τῆς ψυχῆς εἶναι τρεῖς, τό λογιστικό, τό ἐπιθυμητικό καί τό θυμι-κό, οἱ δύο τελευταῖες ἀποτελοῦν τό παθητικό μέρος τῆς ψυχῆς.

Στήν κατά φύση κατάσταση τό λογιστικό θέλει νά γνωρίσει τόν Θεό ὁλοκλη-ρωτικά. Διακρίνει καί χωρίζει τό κακό ἀπό τό καλό καί δείχνει στό ἐπιθυμητικό μέ ποιό πρέπει νά ἔχει σχέση καί κλίση. Τό ἐπιθυμητικό εἶναι νά ἐπιθυμεῖ μόνον τόν Θεό. Ποιά νά ἀγαπᾶ καί ποιά νά ἀποστρέφεται. Τό δέ θυμικό εἶναι νά ἀγωνίζεται γιά νά ἐπιτύχει τήν κοινωνία μέ τόν Θεό. Παραστέκεται ἀνάμεσα σ’ αὐτά τά δύο (λογιστικό καί ἐπιθυμητικό) σάν καλόγνωμος ὑπηρέτης καί ὑπηρετεῖ πρόθυμα στά θελήματά τους, τά παρακινεῖ στήν ἀνδρεία καί στήν βοήθεια τῶν ἀγαθῶν. Ἔτσι οἱ τρεῖς δυνάμεις γίνονται ἕνα, ὅπως ὁ τρισυπόστατος Θεός[7]».

«Στήν παρά φύση κατάσταση, τοῦ λογιστικοῦ εἶναι ἡ ἄγνοια τοῦ Θεοῦ, τοῦ ἐπιθυμητικοῦ, ἡ φιλαυτία, ἡ παράλογη ἀγάπη γιά τό σῶμα καί ἡ ἀκολασία, τοῦ θυμικοῦ εἶναι τά πάθη καί ἡ λατρεία τῶν κτισμάτων[8]».

Oἱ δυνάμεις τοῦ νοῦ
Κατά τόν ἅγιο Μάξιμο τόν Ὁμολογητή: «Κάθε νοῦς πού ἔχει περιβληθῆ μέ τήν θεία δύναμι, ἔχει ἀποκτήσει, σάν κάποιους γέροντες καί ἄρχοντες, καί τήν λογική δύναμι, ἀπό τήν ὁποία γεννιέται ἡ γνωστική πίστις, μέ τήν ὁποία διδάσκεται μέ τρόπο ἄρρητο, ὅτι ὁ Θεός εἶναι παρών καί ἀναστρέφεται πρός τά μελλοντικά μέ τήν ἐλπίδα σάν νά εἶναι παρόντα, καί τήν ἐπιθυμητική δύναμι, ἀπό τήν ὁποία ἔλαβε ὕπαρξι ἡ θεία ἀγάπη, μέ τήν ὁποία, προσκολλημένος θέλοντας στόν πόθο τῆς ἀκήρατης θεότητος, κατέχει ἀδιάλυτη τήν ἐπιθυμία τοῦ ποθητοῦ· καί ἔχει ἀποκτήσει καί τήν θυμική δύναμι, μέ τήν ὁποία κρατάει σφικτά τήν θεία εἰρήνη, σφίγγοντας τήν κίνησι τῆς ἐπιθυμίας πρός τόν θεῖο ἔρωτα. Αὐτές τίς δυνάμεις τίς ἔχει κάθε νοῦς, πού συνεργάζονται μαζί του τόσο γιά τήν καθαίρεσι τῆς κακίας, ὅσο καί τήν σύστασι καί τήν συντήρησι τῆς ἀρετῆς[9]».

«Πρέπει νά γνωρίζουμε, ὅτι ὁ νοῦς ἔχει ἀπό τήν μιά τήν δύναμι νά νοῆ, μέ τήν ὁποία βλέπει τά νοητά, καί ἀπό τήν ἄλλη τήν ἕνωσι πού ξεπερνᾶ τήν φύσι, τοῦ νοῦ μέ τήν ὁποία συνάπτεται πρός τά πέρα ἀπό τόν ἑαυτό του. Σύμφωνα μέ αὐτή λοιπόν πρέπει νά νοοῦμε τά θεῖα ὄχι σύμφωνα μέ ἐμᾶς, ἀλλά ὁλόκληροι ἐμεῖς νά ἐξερχώμαστε ἀπό ὁλόκληρους τούς ἑαυτούς μας καί ὁλόκληροι νά παραδιδώ-μαστε στόν Θεό…[10]».

Τά γνωστικά κέντρα τοῦ ἀνθρώπου
«Ὁ ἄνθρωπος ἔχει δύο γνωστικά κέντρα. Τό ἕνα εἶναι ὁ νοῦς, πού εἶναι τό κα-τάλληλο ὄργανο γιά νά δεχθῆ τήν ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία στήν συνέχεια διατυπώνεται μέ τήν λογική, καί τό ἄλλο εἶναι ἡ λογική, πού γνωρίζει τόν αἰ-σθητό κόσμο πού μᾶς περιβάλλει[11]».

Οἱ τρεῖς μνῆμες στόν ἄνθρωπο.
«Στόν ἄνθρωπο, σύμφωνα μέ τήν ἁγιοπατερική θεώρηση, ὑπάρχουν τρία μνη-μονικά συστήματα. Γράφει ὁ π. Γ. Μεταλληνός: «Ἡ φυσική (αὐθεντική) κατάστα-ση τοῦ ἀνθρώπου προσδιορίζεται, ἁγιοπατερικά, ἀπό τήν λειτουργία μέσα του, τριῶν μνημονικῶν συστημάτων, δύο ἀπό τά ὁποῖα γνωρίζει καί ἐλέγχει ἡ ἐπιστή-μη τῆς ἰατρικῆς, ἐνῶ τό τρίτο εἶναι ὑπόθεση τῆς ποιμαντικῆς θεραπευτικῆς. Τό πρῶτο εἶναι ἡ κυτταρική μνήμη (DNA), πού καθορίζει τά πάντα στόν ἀνθρώπινο ὀργανισμό. Τό δεύτερο εἶναι ἡ ἐγκεφαλική κυτταρική μνήμη, ἡ λειτουργία τοῦ ἐγκεφάλου, πού ρυθμίζει τήν σχέση μας μέ τόν ἑαυτό μας καί τό περιβάλλον. Τά δύο αὐτά συστήματα ἡ ἐπιστήμη τῆς ἰατρικῆς μεριμνᾶ γιά τήν εὔρυθμη λειτουρ-γία τους.

Ἡ ἐμπειρία τῶν Ἁγίων γνωρίζει ἕνα ἀκόμη μνημονικό σύστημα, τήν καρδιακή ἤ νοερά μνήμη, πού λειτουργεῖ μέσα στήν καρδιά. Ἡ καρδιά, στήν Ὀρθόδοξη παρά-δοση, δέν λειτουργεῖ μόνο φυσικά, ὡς ἀντλία διακίνησης τοῦ αἵματος. Διότι πέρα ἀπό τή φυσική ἔχει καί μία ὑπερφυσική λειτουργία. Ὑπό ὁρισμένες προϋποθέσεις γίνεται χῶρος κοινωνίας μέ τόν Θεό, μέ τήν ἄκτιστη δηλαδή ἐνέργειά Του. Βέβαια αὐτό γίνεται ἀντιληπτό μέσα ἀπό τήν ἐμπειρία τῶν Ἁγίων καί ὄχι μέ τήν λογική λειτουργία καί τήν διανοητική θεολόγηση. Ἡ ἐνέργεια τοῦ νοῦ μέσα στήν καρδιά ὀνομάζεται «νοερά λειτουργία» τῆς καρδιᾶς...Νοῦς καί λόγος (λογική) Ὀρθόδοξα δέν ταυτίζονται, διότι ἡ λογική, δηλ. ἡ διάνοια, ἐνεργεῖται στόν ἐγκέφαλο, ἐνῶ ὁ νοῦς στήν καρδιά.

Ἡ νοερά λειτουργία πραγματώνεται ὡς ἀδιάλειπτη προσευχή (πρβλ. Α΄ Θεσσ. 5,17) τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μέσα στήν καρδιά (πρβλ. Γαλ. 4,6 - Ρωμ. 8,26· Α΄ Θεσσ. 5,19), καί ὀνομάζεται ἀπό τούς Ἁγίους πατέρες μας «μνήμη Θεοῦ». Ἔχοντας ὁ ἄνθρωπος μέσα στήν καρδιά του τήν «μνήμη τοῦ Θεοῦ», ἀκούοντας δηλαδή στήν καρδιά του τήν «φωνή» τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, (Α΄ Κορ. 14, 11ε. Γαλ. 4,6.κ.α.) ἔχει αἴσθηση τῆς «ἐνοικήσεως» τοῦ Θεοῦ μέσα του (Ρωμ. 8,11)[12]».

Τί εἶναι ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου;
Ὁ π. Ιωάννης Ρωμανίδης μας διδάσκει: «Ἡ θεραπεία τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ κύρια μέριμνα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ἡ Ἐκκλησία πάντοτε θερά-πευε τόν χῶρο τῆς ψυχῆς. Εἶχε διαπιστώσει, ἀπό τήν Ἑβραϊκή παράδοση, ἀπό τόν ἴδιο τόν Χριστό καί τούς Ἀποστόλους ὅτι στόν χῶρο τῆς φυσικῆς καρδιᾶς λειτουρ-γεῖ κάτι, πού οἱ Πατέρες ὠνόμασαν «νοῦν».
Πήρανε δηλαδή τόν παραδοσιακό «νοῦν», πού σημαίνει διάνοια καί λόγος, καί κά-νανε μία διαφοροποίηση. Ὠνόμασαν νοῦν αὐτήν τήν νοερά ἐνέργεια, ἡ ὁποία λει-τουργεῖ στήν καρδιά τοῦ ὑγιοῦς ψυχικά ἀνθρώπου. Δέν γνωρίζομε πότε ἔγινε αὐ-τή ἡ διαφοροποίηση.

Ἡ ἐνέργεια τῆς ψυχῆς εἶναι μία καί μόνη, ἡ ὁποία στόν μέν ἐγκέφαλο λειτουργεῖ ὡς λογική, ἡ ἴδια ὅμως λειτουργεῖ συγχρόνως καί στήν καρδιά ὡς νοῦς ἤ νοερά ἐνέργεια. Δηλαδή τό ἴδιο ὄργανο, ὁ νοῦς, προσεύχεται ἀδιάλειπτα στήν καρδιά, σέ ὅσους ἐννοεῖται ἔχουν ἀδειάλειπτη καρδιακή προσευχή, καί συγχρόνως σκέπτεται π.χ. μαθηματικά προβλήματα καί ὁ,τιδήποτε ἄλλο, στόν ἐγκέφαλο[13]».

Ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου σύμφωνα μέ τούς Ἁγίους Πατέρας πρέπει νά βρίσκεται στήν καρδιά του καί ἐκεῖ νά προσεύχεται ἀδιάλειπτα (νά ἱερουργεῖ τελώντας μία ἀδιάλειπτη θεία Λειτουργία στό ἐσωτερικό θυσιαστήριο τῆς ἀνθρωπινης καρδί-ας). Δέν θά πρέπει νά διασκορπίζεται πρός τά ἔξω διά τῶν αἰσθήσεων, ἀλλά νά ἔρχεται «εἰς ἑαυτόν». Δηλ. ἡ ἐνέργεια τοῦ νοῦ, πού διασκορπίζεται διά τῶν αἰσθη-τηρίων στό περιβάλλον, θά πρέπει νά ἐπανέλθη στήν οὐσία τοῦ νοῦ, πού βρίσκε-ται ἐντός τῆς καρδίας τοῦ ἀνθρώπου.

Ὅταν ὁλοκληρωθεῖ αὐτή ἡ ἐπιστροφή, ὁ νοῦς διά τοῦ ἑαυτοῦ του, «ἐπί τήν ἔννοιαν τοῦ Θεοῦ ἀνεβαίνει». Τότε ἡ νοερά ἐνέργεια λειτουργεῖ σωστά…Τότε ὁ νοῦς δηλ. λειτουργεῖ κατά φύσιν.
Σέ τί συνίσταται ἡ κάθαρση ἀπό τά πάθη καί ὁ φωτισμός τοῦ νοῦ πού εἶναι οἱ δύο ἀπό τίς τρεῖς πνευματικές καταστάσεις, ἡ ἄλλη εἶναι ἡ θέωση, καί γιά ποιόν λόγο ἐπιδιώκεται ἀπό τούς Ὀρθοδόξους;

Γιά νά βρεῖ κανείς τόν λόγο καί νά δώσει ἀπάντηση στήν ἐρώτηση αὐτή, πρέπει νά κατέχει τό βασικό κλειδί, τό ὁποῖο εἶναι τοῦτο: Ὅλοι οἱ ἄθρωποι ἐπάνω στήν γῆ ἔχουν τό ἴδιο τέλος ἀπό Ὀρθόδοξη θεολογική ἄποψη. Εἴτε εἶναι κανείς Ὀρθόδοξος εἴτε εἶναι Βουδδιστής εἴτε ὁ,τιδήποτε κι’ ἄν εἶναι, δηλαδή κάθε ἄνθρωπος ἐπάνω στήν γῆ, εἶναι προωρισμένος νά δεῖ τήν δόξα τοῦ Θεοῦ. Θά δεῖ τήν δόξα τοῦ Θεοῦ κατά τό κοινό τέλος τῆς ἀνθρωπότητος κατά τήν Δευτέρα Παρουσία τοῦ Χριστοῦ. Ὅλοι βέβαια θά δοῦν τήν δόξα τοῦ Θεοῦ, ἀλλά μέ μία διαφορά: Οἱ μέν σεσωσμέ-νοι θά δοῦν τήν δόξα τοῦ Θεοῦ ὡς Φῶς γλυκύτατον καί ἀνέσπερον, οἱ δέ κολασμέ-νοι, θά δοῦν τήν ἴδια δόξα τοῦ Θεοῦ ὡς πῦρ καταναλίσκον, σάν φωτιά πού θά τούς καίει. Ἡ βίωση αὐτοῦ τοῦ Φωτός θά εἶναι διαφορετική στούς μέν ἀπό τούς δέ.
Ὁπότε τό ἔργο τῆς Ἐκκλησίας νά προετοιμάζει τά μέλη της, ὥστε νά δοῦν τόν Θεόν ὄχι σάν φωτιά, ἀλλά σάν Φῶς[14]».

Αὐτή ἡ προετοιμασία τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας, καθώς καί ὅλων τῶν ἀνθρώ-πων, πού θέλουν νά δοῦν τόν Θεόν ὡς Φῶς, εἶναι στήν οὐσία της μία θεραπευτική ἀγωγή, ἡ ὁποία πρέπει νά ἀρχίσει καί νά τελειώσει σ’ αὐτή τήν ζωή, διότι μετά «θάνατον οὐκ ἔστι μετάνοια». Αὐτή ἡ θεραπευτική ἀγωγή εἶναι ἡ οὐσία καί τό κύριο περιεχόμενο τῆς Ὀρθοδόξου Παραδόσεως. Συμβαίνει δέ καί τοῦτο: Ἄν δέν φθάσει κανείς τουλάχιστον σέ κατάσταση μερικοῦ φωτισμοῦ, σ’ αὐτή τήν ζωή, δέν μπορεῖ νά δεῖ τόν Θεόν σάν Φῶς οὔτε σ’ αὐτήν τήν ζωή, ἀλλά οὔτε καί στήν ἄλλη ζωή[15]».

«Ὁ νοῦς ὅταν εἶναι καθαρός διαδραματίζει σπουδαῖο ρόλο στήν πορεία τοῦ ἀνθρώπου πρός τήν θέωση. Αὐτός μεταμορφώνει τήν διάνοια καί τό σῶμα, αὐτός κάνει τήν διάκριση μεταξύ θεϊκῶν καί δαιμονικῶν λογισμῶν, αὐτός δέχεται τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ καί βέβαια αὐτός μεταμορφώνει τό σῶμα πρός τήν θεία ζωή. Ὅμως εἶναι ἀναγκαῖος καί ἕνας ἀσκητικός ἀγώνας (ἡ τήρηση τῶν θείων ἐντολῶν καί ἡ μυστηριακή ζωή), πού ἔχει σχέση μέ τήν διατήρηση τῆς διανοίας σέ μία ἀκύμαντη κατάσταση[16]».

Τί εἶναι ὁ φωτισμός τοῦ ἀνθρώπου ;
Ἡ πλήρης κατάσταση φωτισμοῦ ἐπέρχεται ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἀποκτήσει τήν ἀδιάλειπτη νοερά προσευχή, καί τότε γίνεται ναός τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Τό ἴδιο τό Ἅγιο Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ ἐνεργεῖ μέσα στόν νοῦ τοῦ ἀνθρώπου καί τόν φωτίζει, κατά τόν Ἀπόστολο Παῦλο καί κράζει μέσα στήν καρδιά «τό ἀββᾶ ὁ Πατήρ» (Γαλ. 4, 6) ἀπευθυνόμενο πρός τόν Πατέρα καί λέγει: «Πατέρα μου!» μέ τήν νοερά προ-σευχή.
Προσεύχεται δηλαδή το Ἅγιο Πνεῦμα μέσα στήν καρδιά του καί ἔτσι τόν δι-δάσκει, τόν πληροφορεῖ δηλαδή σέ ὅ, τι χρειάζεται νά κάνει ἤ νά πεῖ. Ἕνας τέτοι-ος ἄνθρωπος πληροφορεῖται κάθε στιγμή, ποιό εἶναι τό θέλημα τοῦ Θεοῦ γιά ὁτι-δήποτε. Ὁποτε ὁ δάσκαλός του τῆς προσευχῆς, εἶναι τό ἴδιο τό Ἅγιο Πνεῦμα[17].

Ἡ λογική καί ἡ νοερή λατρεία
«Ὁσάκις ἡ Γραφή ὁμιλεῖ περί προσευχομένου Ἁγίου Πνεύματος μέσα στόν ἄνθρωπο, ὅταν δηλαδή λέει τό Ἅγιο Πνεῦμα προσεύχεται μέσα στόν Προφήτη ἤ μέσα στόν Ἀπόστολο, δέν ὁμιλεῖ περί λογικῆς προσευχῆς, ἀλλά νοερᾶς. Αὐτή δη-λαδή ἡ λατρεία, δέν εἶναι λογική λατρεία (δηλαδή δέν γίνεται μέ τήν διάνοια, τήν λογική), ἀλλά νοερά (γίνεται δηλαδή μέ τήν «καρδιά», - τήν πνευματική - τήν ὁποία κινεῖ ἡ Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στό νά προσεύχεται «στεναγμοῖς ἀλα-λήτοις» (Ρωμ. 8, 26).

Ἔτσι ὑπάρχει μέν ἡ λογική λατρεία, πού γίνεται μέ τήν λογική τοῦ ἀνθρώπου, τήν ὁποία προσφέρομε στόν Θεό, ὅταν διαβάζωμε ἤ ψάλλωμε τίς ἀκολουθίες τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Θεία Λειτουργία, π.χ. εἶναι λογική λατρεία, ὅπως λογικές λατρεῖες εἶναι ὅλες οἱ τυπωμένες σέ κείμενα ἀκολουθίες τῆς Ἐκκλησίας.

Ἡ νοερά λατρεία ὅμως, πού εἶναι ποιοτικά ἀνώτερης μορφῆς λατρεία, δέν εἶναι λατρεία πού προσφέρεται στόν Θεό ἀπό τόν ἄνθρωπο μέ πρωτοβουλία τοῦ ἀνθ-ρώπου. Καί τοῦτο διότι, σέ κάποιο στάδιο πνευματικῆς ἀναπτύξεως τοῦ ἀνθρώ-που, ἦλθε τό Πνεῦμα τό Ἅγιο στήν καρδιά του, καί μετέφερε τήν λατρεία τοῦ Θεοῦ, ἀπό τόν ἐγκέφαλο στόν χῶρο τῆς καρδιᾶς. Ὁπότε στόν ἄνθρωπο αὐτόν, γί-νεται πλέον ἡ λατρεία τοῦ Θεοῦ νοερῶς, στόν χῶρο τῆς καρδιᾶς. Τότε ἡ διάνοια παρακολουθεῖ τήν νοερή προσευχή, ἀλλά δέν συμμετέχει μέ λογικά σχήματα. Ἁπλῶς «ἀφουγκράζεται» τήν προσευχή τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μέσα στήν καρδιά. Αὐτή εἶναι ἡ «εὐχή» τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μέσα στήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου.

Ὅταν τό Ἅγιο Πνεῦμα προσεύχεται νοερά μέσα στόν ἄνθρωπο, ὅπως εἴπαμε προηγουμένως, τότε ἐκεῖνος ὁ ἄνθρωπος, τήν περίοδο ἐκείνη, γίνεται «ναός τοῦ Ἁγίου Πνεύματος», καί μάλιστα ὁ χῶρος τῆς καρδιᾶς γίνεται τό θυσιαστήριο αὐ-τοῦ τοῦ «ναοῦ». Καί τό αἰσθάνεται αὐτό ὁ ἄνθρωπος. Ὁ ἄνθρωπος, τότε γίνεται «ἀκροατής» τῆς «εὐχῆς» τοῦ Ἁγίου Πνεύματος[18]».

«Ὅταν ὁ νοῦς ξεχωρίζεται ἀπό τήν λογική τότε μποροῦν νά λειτουργοῦν - ἐνεργοῦν συγχρόνως καί τά δύο (λόγος καί νοῦς), ὁπότε τό ἕνα δέν λειτουργεῖ σέ βάρος τοῦ ἄλλου, ἀλλά θά μποροῦσε κανείς νά ὑπογραμμίση ὅτι ἀλληλοσυμπ-ληρώνονται. Συμβαίνει δέ ἕνα παράδοξο, ἀλλ’ ἀληθινό γεγονός· ὅσο ἀναπτύσ-σεται ἡ νοερά ἐνέργεια, τόσο καί ἰσχυροποιεῖται ἡ προσοχή τῆς λογικῆς στά λε-γόμενα καί πραττόμενα, δηλαδή συγκεντρώνεται ἡ προσοχή τοῦ ἀνθρώπου μέ ὅσα ἀσχολεῖται.
Γι’ αὐτό ἡ λεγομένη μετοχή στήν θεία ἐν τῷ ναῷ Εὐχαριστία ἀπό τούς Χρι-στιανούς δέν συνδέεται ἁπλῶς μέ τήν σωματική παρουσία τους, οὔτε μέ τήν λο-γική συμμετοχή, ἀλλά μέ τήν νοερά ἐνέργεια. Συμμετοχή στήν θεία Εὐχαριστία χωρίς τήν ἐσωτερική νοερά λειτουργία εἶναι μία ἁπλῆ τυπική «παρακολούθη-ση[19]».

Ἡ νοερά ἐνέργεια σέ σχέση μέ τά διαβλητά καί ἀδιάβλητα πάθη
«Ὁ νοῦς στήν γλῶσσα τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας λέγεται καί νοερά ἐνέρ-γεια καί παίζει μεγάλο ρόλο στήν ζωή τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμο-λογητής λέγει ὅτι ὁ νοῦς ὁ ὁποῖος ἀπομακρύνεται ἀπό τόν Θεό γίνεται εἴτε δαι-μονιώδης μέ τήν ὑπερηφάνεια εἴτε κτηνώδης μέ τά πάθη πού συνδέονται μέ τό παθητικό τῆς ψυχῆς, τό θυμικό καί ἐπιθυμητικό. Ὁ νοῦς εἶναι ἐκεῖνος πού δημι-ουργεῖ ἱσορροπία σέ ὅλες τίς ἐνέργειες τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματος.

Ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης γράφει:
«Εἰς τήν φυσικήν κατάστασίν της ἡ νοερά ἐνέργεια ρυθμίζει τά πάθη, δηλαδή τῆς πείνας, τῆς δίψης, τοῦ ὕπνου, τοῦ ἐνστίκτου τῆς αὐτοσυντηρήσεως (δηλαδή τοῦ φόβου τοῦ θανάτου) ὥστε νά εἶναι ἀδιάβλητα. Εἰς νοσοῦσαν κατάστασιν τά πάθη γίνονται διαβλητά. Αὐτά, ἐν συνδυασμῶ μέ τήν ἀδέσποτον πλέον φαντα-σίαν, δημιουργοῦν μαγικάς θρησκείας διά τήν χαλιναγώγησιν τῶν στοιχείων τῆς φύσεως ἤ καί τῆς ἐπιπλέον σωτηρίας τῆς ψυχῆς εἰς κατάστασιν εὐδαιμονίας ἤ καί τῆς εὐδαιμονίας μέ σῶμα καί ψυχή».

Ἀναλύοντας κανείς αὐτήν τήν σημαντική παρατήρησι ἐπισημαίνει τήν διδασκα-λία τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ γιά τήν διάκρισι μεταξύ ἀδιαβλήτων καί διαβλητῶν παθῶν. Τά ἀδιάβλητα πάθη, τά ὁποία λέγονται καί φυσικά, εἶναι ὅ,τι ἔχει σχέση μέ τήν πείνα, τήν δίψα, τήν κούραση, κλπ., ἐνῶ τά διαβλητά πάθη εἶ-ναι τά λεγόμενα ψεκτά πού εἶναι τεκμήρια τοῦ ἀρρώστου πνευματικά ἀνθρώπου. Φαίνεται ὅτι τά ἀδιάβλητα καί τά διαβλητά πάθη ἀναφέρονται καί στήν ψυχή καί στό σῶμα, διότι ἡ ψυχή ἐκφράζεται διά τοῦ σώματος.

Τό σημαντικό εἶναι ὅτι τά ἀδιάβλητα πάθη μποροῦν εὔκολα νά γίνουν διαβλητά, δηλαδή ἡ πείνα μπορεῖ νά γίνη γαστριμαργία, ἡ δίψα νά γίνη φιλοποσία, ἡ κούρα-σι νά γίνη ἀκηδία, κλπ. Ἐπίσης, τά διαβλητά πάθη μποροῦν νά μετατραποῦν σέ ἀδιάβλητα, δηλαδή ἡ γαστριμαργία νά θεραπευθῆ, ὥστε ὁ ἄνθρωπος νά τρώγη γιά νά συντηρῆ τό σῶμα ἡ φιλοποσία μπορεῖ νά ἀποβάλη τό ἐμπαθές στοιχεῖο, ὥστε μόνο νά ἱκανοποιῆ τήν ἀνάγκη τῆς δίψας ἡ ἀκηδία μπορεῖ νά μετατραπῆ σέ ἐνεργητικότητα καί κόπωση, ὥστε νά ἐκφράζη τήν ἀγάπη στόν Θεό καί τούς ἀνθ-ρώπους κ.ο.κ.

Αὐτό τό ἔργο τό ἐπιτελεῖ ἡ νοερά ἐνέργεια, ὅταν λειτουργῆ σωστά καί ἐνισχύεται ἀπό τήν Χάρι τοῦ Θεοῦ. Δηλαδή ἡ νοερά ἐνέργεια δέν ἀφήνει τά ἀδιάβλητα πάθη νά μετατραποῦν σέ διαβλητά, ὅπως ἐπίσης θεραπεύει τά διαβλητά πάθη γιά νά γίνουν ἀδιάβλητα. Καί ὅταν κάνουμε λόγο γιά τήν νοερά ἐνέργεια ἡ ὁποία φωτί-ζεται ἀπό τήν Χάρι τοῦ Θεοῦ, οὐσιαστικά ἐννοοῦμε τήν νοερά καρδιακή προσευ-χή. Αὐτό δείχνει τήν μεγάλη σημασία καί ἀξία τῆς Ὀρθοδόξου ψυχοθεραπείας, δηλαδή τήν διδασκαλία καί τήν πρᾶξι τῆς Ἐκκλησίας γιά τήν θεραπεία τοῦ ἀνθ-ρώπου, ὥστε νά συμπεριφέρεται σωστά στόν Θεό καί στόν ἄνθρωπο. Αὐτό δείχνει τήν σημειολογία τῆς Ὀρθοδόξου ψυχοθεραπείας, ὅτι δέν ἀφορᾶ μόνον τήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλά καί τό σῶμα του. Ἄλλωστε, γνωρίζουμε καί ἀπό τήν ἰατρική ἐπιστήμη ὅτι οἱ ὑπερβολές πού γίνονται μέ τήν ψυχή καί τό σῶμα ἔχουν συνέπεια καί στήν νευρολογική καί σωματική κατάστασι τοῦ ἀνθρώπου. Ἔτσι, ὅταν ὁ νοῦς εἶναι ὑγιής, δηλαδή ὅταν ἡ νοερά ἐνέργεια λειτουργῆ κατά φύσι καί ὑπέρ φύσι, τότε ἀποφεύγονται καί πολλές σωματικές ἀσθένειες, ἀλλά καί θεραπεύονται με-ρικές σωματικές ἀσθένειες. Στό σημεῖο αὐτό ἐξαιροῦνται βέβαια οἱ κληρονομικές ἀσθένειες, ἀλλά ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἔχη ὑγιῆ νοῦ, τότε μπορεῖ νά ὑπερβαίνη τίς συ-νέπειες αὐτῶν τῶν ἀσθενειῶν, μέ τήν ὑπομονή, τήν καρτερία, τήν πίστι στόν Θεό καί τήν προσευχή, ἀλλά καί τήν ὅλη μυστηριακή ζωή τῆς Ἐκκλησίας[20]».

Ἡ διαφορά λογικῆς καί νοερᾶς ἐνεργείας
«Ἡ ψυχή ἔχει δύο ἐνέργειες, τήν λογική ἐνέργεια μέ τήν ὁποία ἔρχεται σέ ἐπα-φή καί σχέση μέ τόν κόσμο, καί τήν νοερά ἐνέργεια (νοῦς) μέ τήν ὁποία ἔρχεται σέ κοινωνία μέ τόν Θεό.

Κάποτε ρώτησα, λέγει ὁ σεβασμιώτατος κ. Ἱερόθεος, τόν ἀείμνηστο π. Παΐσιο ποιά εἶναι ἡ διαφορά μεταξύ τῆς λογικῆς καί τοῦ νοῦ καί ἐκεῖνος μοῦ ἀπάντησε μ’ ἕνα καταπληκτικό παράδειγμα. Μοῦ εἶπε ὅτι οἱ αἰσθήσεις εἶναι πολύ «χονδρές», ὁμοιάζουν μέ τά σταφύλια τά ὁποῖα πατᾶμε καί τόν μοῦστο πού δημιουργεῖται, ἡ λογική ὁμοιάζει μέ τό κρασί πού βγαίνει ἀπό τόν μοῦστο καί ὁ νοῦς εἶναι πολύ λεπτότερος καί ὁμοιάζει μέ τό ἀπεσταγμένο κρασί πού εἶναι τό τσίπουρο. Αὐτό σημαίνει ὅτι οἱ ἅγιοι πού γνωρίζουν τίς δύο ἐνέργειες, τήν λογική καί τήν νοερά, ἔχουν ἐμπειρική γνώση τί εἶναι αὐτές καί πῶς λειτουργοῦν[21]».

Περί τῆς πτώσεως τοῦ Ἀδάμ
«Οἱ Πατέρες λένε ὅτι κατά τήν πτώση τοῦ ἀνθρώπου σκοτίσθηκε ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου. Δέν ἀσχολοῦνται οἱ Πατέρες μέ τόν Ἀδάμ ὡς Ἀδάμ, ἀλλά μέ τόν νοῦ τοῦ Ἀδάμ, ὁ ὁποῖος ἀρρώστησε, ἐπειδή σκοτίσθηκε ὁ νοῦς του.
Ἀλλά ἐμεῖς πῶς ξέρομε ὅτι ὁ νοῦς τοῦ Ἀδάμ σκοτίσθηκε; Ἁπλούστατα, διότι γνω-ρίζομε ὅτι ἐμεῖς οἱ ἴδιοι τώρα ἔχουμε σκοτισμένο νοῦν.

Ἀλλά τί σημαίνει σκοτισμένος νοῦς; Σημαίνει ὅτι ἡ νοερά ἐνέργεια τῆς καρ-διᾶς τοῦ ἀνθρώπου δέν λειτουργεῖ σωστά. Ἡ νοερά ἐνέργεια ἀρχίζει νά ἐνεργεῖ σωστά μόνον ὅταν ὁ ἄνθρωπος περάσει ἀπό τήν κάθαρση καί φθάσει στόν φωτι-σμό – καί εὑρίσκεται στήν καρδιά καί ὄχι νά εἶναι «αἰχμάλωτος» ἀπό τήν λογική -. Ὁ σκοτισμός συμβαίνει ὅταν οἱ λογισμοί (σκέψεις μέ εἰκόνες) τῆς διανοίας κα-τεβοῦν στήν καρδιά. Ὅταν γίνει σύγχυση λογισμῶν μεταξύ λογικῆς ἐνεργείας καί νοῦ.
Ὁ νοῦς πρέπει νά εἶναι τελείως ἄδειος ἀπό λογισμούς, ὥστε νά μπορεῖ νά ἔλθει στόν ἄνθρωπο τό Πνεῦμα τό Ἅγιο νά κατοικήσει καί νά παραμείνει μέσα του[22]».

Νοῦς καί λογισμός ἐμπαθής.
Διά τοῦ λογισμοῦ ἤ θά καταδικαστοῦμε ἤ θά σωθοῦμε. Λέγοντες λογισμό ἐν-νοοῦμε τίς σκέψεις μέ τίς εἰκόνες πού προυσιάζονται, διά τῶν αἰσθήσεων καί τῆς μνήμης. Ὁ ἐμπαθής λογισμός εἶναι αὐτός πού περιέχει πάθος.

«Οἱ δαίμονες ἐπιδιώκουν νά ὑποδουλώσουν τόν νοῦ, ὁπότε στήν συνέχεια ἔρ-χεται ὁ ἄνθρωπος στήν συγκατάθεση καί τήν ἁμαρτία. Ὁ ἅγιος Μάξιμος διδά-σκει ὅτι οἱ δαίμονες, λαμβάνοντες ἀφορμή ἀπό τά πάθη πού ὑπάρχουν στήν ψυ-χή, κινοῦν τούς ἐμπαθεῖς λογισμούς, διά τῶν ὁποίων πολεμοῦν τόν νοῦ καί ἐκβιά-ζουν αὐτόν νά ἔλθει σέ συγκατάθεση τῆς ἁμαρτίας. Γίνεται μεγάλη μάχη γιά νά αἰχματωλισθεῖ ὁ νοῦς καί νά προσελκυσθεῖ στόν ἐμπαθῆ λογισμό. Ὅταν ἠττηθεῖ ὁ νοῦς, «ἄγουσιν εἰς τήν κατά διάνοιαν ἁμαρτίαν καί, ταύτης ἀποτελεσθείσης, φέ-ρουσιν αὐτόν λοιπόν αἰχμάλωτον εἰς τήν πρᾶξιν». Δέν μένει ὅμως μέχρι ἐκεῖ τό κακό. Ἀφοῦ οἱ δαίμονες μέ τούς ἐμπαθεῖς λογισμούς ἐρημώσουν τήν καρδιά, ὑπο-χωροῦν, ἀλλά παρά ταῦτα μένει στόν νοῦ τό εἴδωλο τῆς ἁμαρτίας[23]». Γιά τήν θε-ραπεία ἀπαιτεῖται μετάνοια, ἄσκηση, μυστηριακή ζωή.

Ποιά εἶναι ἡ θεραπεία;
«Τίποτε ἄλλο δέν εἶναι ἡ Ὀρθόδοξη παράδοση παρά αὐτή ἡ θεραπευτική ἀγω-γή, κατά τήν ὁποία ἐπιτελεῖται ἡ κάθαρση τοῦ νοῦ, ἡ φώτιση τοῦ νοῦ καί ἐν συνε-χείᾳ, ἄν θέλει ὁ Θεός, καί ἡ θέωση τοῦ νοῦ καί ὅλου τοῦ ἀνθρώπου[24]».
«Ὁ νοῦς κατά τόν ἅγιο Νικόδημο τόν Ἁγιορείτη: «καθαίρεται, φωτίζεται καί τελειοῦται». Καθαίρεται μέ τήν πράξη πού εἶναι ἡ μετάνοια[25]»

«Ὁ ἡσυχασμός συνιστᾶ τό κύριο συστατικό τῆς ρωμαίϊκης Ὀρθοδόξου παρα-δόσεως, ταυτιζόμενος μέ αὐτό πού περικλείει καί ἐκφράζει ὁ ὅρος Ὀρθοδοξία. Ὀρ-θοδοξία ἔξω ἀπό τήν ἡσυχαστική παράδοση εἶναι ἀδιανόητη καί ἀνύπαρκτη. Ἡ ἡσυχαστική, ἐξ’ ἄλλου, πράξη εἶναι ἡ «λυδία λίθος» (δηλ καθετί γεγονός μέ τό ὁποῖο δοκιμάζεται ἡ ἀξία της), γιά τήν ἀναγνώριση τῆς αὐθεντικῆς χριστιανικό-τητας. «Νηστεία, ἀγρυπνία προσευχή» ἀποκτῶνται τά «οὐράνια χαρίσματα» στήν Ὀρθόδοξη παράδοση. Ὁ ἡσυχασμός νοεῖται κυρίως ὡς πορεία πρός τήν θέωση καί ἐμπειρία θεώσεως καί δευτερευόντως ὡς (θεολογική) καταγραφή αὐτῆς τῆς μεθό-δου καί ἐμπειρίας».

«Ὁ ἡσυχασμός, ὡς ἀσκητική θεραπευτική ἀγωγή, ἦταν ἡ καρδιά τῆς Ὀρθοδο-ξίας ἀπό τήν ἐποχήν τῶν Ἀποστόλων καί κυριαρχοῦσε σέ ὅλη τήν Ρωμαϊκή βασι-λεία, Ἀνατολή καί Δύση…Ἡ ἡσυχαστική πατερική παράδοση παρέμεινε ἡ μεγα-λυτέρα πνευματική δύναμη τοῦ Γένους[26]». Ἡσυχασμός εἶναι ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο ἀποκαλύπτεται ὁ χῶρος τῆς καρδίας, τό κέντρο τῆς ὑπάρξεως τοῦ ἀνθρώ-που, αὐτό πού μπορεῖ νά χαρακτηρισθεῖ πρόσωπο.

«Αὐτός ὁ ἡσυχαστικός τρόπος ζωῆς δηλαδή ἡ φύλαξη τῶν αἰσθήσεων καί οἱ λογισμοί νά μήν κατεβαίνουν στόν νοῦ, νά παραμένουν στήν λογική, κράτησε τό Γένος μέ τήν ἐθνική καί Ὀρθόδοξη συνείδηση καί ἀνέδειξε τούς μάρτυρες[27] καί ὁμολογητές τῆς πίστεως. Αὐτός δημιούργησε τίς ὀργανωμένες κοινότητες καί τούς συνεταιρισμούς, αὐτός διαφύλαξε τήν ἐσωτερική ψυχική ἐλευθερία καί αὐ-τός ἐδημιούργησε τήν Ἐπανάσταση τοῦ 1821[28]».

«Ἡ ἡσυχία εἶναι μέθοδος καθάρσεως καί φωτισμοῦ τοῦ ἀνθρώπου καί ἡ θεο-λογία εἶναι ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ, διά τῆς ὁποίας γνώσεως φθάνει ὁ ἄνθρωπος στόν ποθούμενο σκοπό τῆς δημιουργίας του καί μπορεῖ νά ὁδηγήσει καί ἄλλους στήν θέωση[29]».

Ἡ παραφύση κατάσταση τοῦ νοῦ, ἡ φυσική κατάστασή του καί ἡ ὑπερ-φυσική του κατάσταση.
«Ἡ παραφύση κατάσταση τοῦ νοῦ εἶναι ὁ σκοτασμός του, ἡ σύγχυση μέ τήν λογική καί ἡ συγκατάθεση στήν ἁμαρτία.
«Ἡ λογική (διάνοια) γίνεται ἀκατάλληλη γιά τήν δημιουργική ἐργασία πού γίνε-ται μέ τήν προσευχή. Στερούμενος ὁ ἄνθρωπος τῆς προσευχῆς γίνεται ἀμελής καί ἀγριεύει ἐσωτερικά γιατί ἀποχωρίστηκε ἀπό τόν Θεό[30]».

Ἡ φυσική κατάστασή του, εἶναι ὅταν εὑρίσκεται ὁ νοῦς στήν καρδιά προσευ-χόμενος. Βλέπει τήν αἰτία τῶν πονηρῶν λογισμῶν, καταλαβαίνει τίς αἰτίες τῶν παθῶν καί στρέφεται πρός τά θεῖα.
Ἡ ὑπερφυσική του κατάσταση. Ὁ νοῦς ἀξιώνεται νά αἰσθανθεῖ τήν μελλον-τική του μακαριότητα. Λησμονεῖ τόν ἑαυτό του καί ἕπεται ἡ ἔκπληξη καί ὁ θαυμα-σμός, εἰσέρχεται στόν χῶρο τῆς θείας θεωρίας. Εἶναι ὁ χῶρος τῆς εὐφροσύνης, τοῦ κρείττονος, τῆς μέθης, ὅπου ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ τόν αἰχμαλωτίζει[31]».

Τί σκοτίζει τόν νοῦ;
«Οἱ μέριμνες γιά τά βιωτικά πράγματα, ἡ ἀναθυμίαση τῶν φαγητῶν, τά πάθη καί ἰδιαίτερα ἡ κενοδοξία πού τον πλανᾶ, ἡ ὁκνηρία γιά τήν συμμετοχή στίς Ἀκο-λουθίες καί τήν προσευχή[32]».
Τί συνάγει τόν νοῦ;
«Ἡ αὐτοσυγκέντρωση κατά τήν ὥρα τῆς προσευχῆς, ἡ ἀγρυπνία, ἡ μελέτη τρο-παρίων, ἡ μνήμη τοῦ θανάτου, ἡ ἐλπίδα τῶν μελλόντων ἀγαθῶν, ἡ ὑπομονή στήν πτωχεία, καί ὅταν ζεῖς ἡσυχαστικά[33]».

Ποιές εἶναι οἱ δυνατότητες τοῦ νοῦ;
«Γιά νά ἀρχίσει τόν ἀγώνα του ὁ νοῦς γιά τήν κάθαρσή του, ὁ Ἀββᾶ Ἰσαάκ προτείνει «τήν φυλακή τῆς γλώσσης» καί «ἐάν ἐν γνώσει τις σιωπᾶ». Ἀκολουθώς ὁ νοῦς καλλιεργεῖ τήν δυνατότητα πού ἔχει, νά διακρίνει τό ἀγαθό ἀπό τό κακό καί τό ἀληθές ἀπό τό ψευδές μέ τήν ἄσκηση, τίς προσευχές, τήν προσοχή, τά δά-κρυα καί κυρίως μέ τήν ταπείνωση. Ἔχει τήν δυνατότητα νά διακρίνει καί νά ἀξιο-λογεῖ τίς κινήσεις του καί ἑπομένως καθορίζει τήν πορεία τοῦ ἀνθρώπου. Ἀπό κατασκευῆς του ἔχει ὡς ἰδιότητα καί τό ἔργο τό «λόγοις Θεοῦ σχολάζειν ἀεί». Μπορεῖ καί νά ἐθίσει τό σῶμα σέ ὁποιαδήποτε ἄσκηση γιά νά «ζηλώσει ὑπέρ ἀρετῆς», νά ἰσχυροποιηθεῖ στίς θλίψεις, τούς φόβους καί τούς πειρασμούς[34]».

Πῶς ἐκφράζεται ὁ νοῦς;
«α) Ἀπό την θεία Χάρη καί μακαριότητα πού ἔρχεται ἀπό ἄνω ὑπερφυσικά ἤ β) ἀπό τήν καθαρότητα πού προέρχεται ἀπό τήν κατά Θεόν ἄσκηση καί ἔχει τήν δυνατότητα νά ἐπαναφέρει τήν ψυχή στό ἀρχικό της κάλλος, ἤ γ) ἀπό τήν πείρα τῶν φυσικῶν γνώσεων πού ἀποκτᾶται ἀπό τήν ἀνθρώπινη ἐκπαίδευση καί ἄσκη-ση καί δ) ἀπό τήν καταραμένη καί σατανική ὑπερηφάνεια μέ τήν πανουργία τῶν δαιμόνων καί ἀποτελεῖ ἐκτροπή τῆς φύσεως[35]»

Ἡ ἄγνοια τοῦ νοῦ.
«Ἡ ἄγνοια τοῦ νοῦ, εἶναι ζόφος βαθύς καί καλύπτει τήν ὅραση τῆς ψυχῆς, τήν καθιστᾶ σκοτεινή καί ζοφώδη περί τό νοεῖν τά θεῖα καί τά ἀνθρώπινα, ἡ μετάνοια τήν θεραπεύει. Ἐδῶ μποροῦμε νά δοῦμε καί τήν μεγάλη ἀξία τῆς μετανοίας. Γι’ αὐτό ὁ ὅσιος Νικήτας ὁ Στηθᾶτος, πού περιγράφει τόν σκοτασμό τοῦ νοῦ, μᾶς πα-ρουσιάζει καί τήν θεραπεία διά τῆς μετανοίας. «Ταῦτα δέ ἀποκαλυπτομένη διά μετανοίας τούς ὀφθαλμούς, ὁρᾶ καθαρῶς, ἀκούει ἐν γνώσει καί νοεῖ συνετῶς». Συγχρόνως ἀποκτᾶ τήν γνώση τοῦ Θεοῦ καί στήν συνέχεια «διά λόγου σοφίας τοῦ Θεοῦ διηγεῖται πᾶσι τά θαυμάσια τοῦ Θεοῦ ἀγαθά». Ἡ μετάνοια πού ὁλοκληρώ-νεται στό βαθύ πένθος καί συνδέεται μέ τήν ἐξαγόρευση εἶναι ἐκείνη πού ἀνακα-λύπτει τούς ὀφθαλμούς τῆς ψυχῆς, οἱ ὁποῖοι βλέπουν τά μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ[36]».

Ἄσωτος νοῦς ποιός εἶναι;
Κατά τόν ἅγιο Γρηγόριο τον Παλαμᾶ, «εἶναι ὁ νοῦς πού ἐκδαπανᾶται σέ ἄλλα πράγματα καί δέν ἔχει μνήμη Θεοῦ».

Ποιές εἶναι οἱ συνέπειες τῆς ἀπομακρύνσεως τοῦ νοῦ ἀπό τήν καρδιά;
«Σκορπίζεται στά σαρκικά καί γήϊνα, στίς ἡδονές καί τούς ἐμπαθεῖς λογι-σμούς. Ἡ φρόνηση ἐνῶ δόθηκε γιά νά ξεχωρίζει τό καλό ἀπό τό κακό καί προτιμᾶ τό πρῶτο, τότε σκορπίζεται, ἡ φρόνηση σέ πορνεία καί ἀφροσύνη.
Ἡ ἀγάπη ἐκπίπτει ἀπό τόν Θεό καί σκορπίζεται στά πάθη τῆς φιληδονίας, τῆς φιλαργυρίας καί τῆς φιλοδοξίας. Ὁ θυμός ἀντί νά στρέφεται πρός τόν διάβολο, στρέφεται κατά τῶν ἄλλων ἀνθρώπων καί γίνεται ὁ νοῦς δαιμονιώδης καί θηριώ-δης[37]».

Πῶς ὁ νοῦς ταπεινώνεται;
«Μέ τήν μελέτη τῶν νοημάτων τῆς Ἁγίας Γραφῆς πού εἶναι ἔργο τοῦ ταπεινοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί χορηγεῖ τήν ταπείνωση στόν νοῦ[38]»

Oἱ ἀσθένειες τοῦ νοῦ[39]
Ἡ πρώτη μάχη τοῦ διαβόλου γίνεται μέ τόν νοῦ, διά τῶν ἐμπαθῶν λογισμῶν καί τῆς φαντασίας αὐτόν προσπαθοῦν νά ὑποδουλώσουν οἱ δαίμονες.
Ὁ νοῦς μέ τήν πτώση ἀμαυρώθηκε, σκοτίσθηκε, ἀρρώστησε. Ἡ πρώτη ἀσθέ-νεια εἶναι ἡ αἰχμαλωσία πρός τήν συγκατάθεση τῆς ἁμαρτίας. Ὁ νοῦς ἀντί νά στρέφεται πρός τόν Θεό αἰχμαλωτίζεται μέ τά αἰσθητά καί γίνεται δοῦλος. Σ’ αὐτήν τήν αἰχμαλωσία ἔγκειται ἡ ἀσθένεια τοῦ νοῦ. Καί φυσικά αὐτή ἡ ἀσθένεια προξενεῖ τόν θάνατο τοῦ νοῦ.

Σκοτασμός. Ἡ ἀσθένεια τοῦ νοῦ χαρακτηρίζεται καί μέ τήν λέξη «σκοτασμός». Ἐνῶ ἦταν φωτεινός ἀπομακρύνεται ἀπό τόν Θεό καί χάνει τήν φυσική του κατάσταση, ἀμαυροῦται, σκοτίζεται καί δέν μπορεῖ νά δεῖ καθαρά τά πράγματα. Χάνει τήν παρρησία πρός τόν Θεό, τήν κατάνυξη.
Ἡ τύφλωση. Ὁ σκοτασμός λέγεται καί τύφλωση, τυφλώνεται κυρίως ἀπό τά τρία πάθη τήν φιλαργυρία, τήν κενοδοξία καί τήν ἡδονή. Ὁ νοῦς πέφτει σέ βαθύ σκοτάδι καί δέν μπορεῖ νά βρεῖ τήν ἀλήθεια.

Ἡ πώρωση. Μιά ἄλλη κατάσταση τῆς ἀσθένειας τοῦ νοῦ εἶναι ἡ πώρωση, ἡ ἀναλγησία καί ἡ ἀναισθησία. Ὁ ἀσθενών νοῦς εἶναι δέσμιος, αἰχμάλωτος ἀπό τά πάθη καί τόν κρατοῦν στήν γῆ.
Ἡ μόλυνση. Ὁ μολυσμός τοῦ νοῦ δέν προέρχεται μόνο ἀπό μία θανάσιμη ἁμαρ-τία ἀλλά καί ἀπό μικρές, ὅπως ἕνας ἀπρόσεκτος λόγος πού ἐξέρχεται ἀπό το στόμα.
Ὁ παραρριπισμός[40], ἔντονο καί αἰφνίδιο φύσημα, ἀσυνήθιστος ἦχος στόν νοῦ, χωρίς νά μεσολαβήσει χρόνος ἤ λόγισμός ἤ εἰκόνα, παρουσιάζεται τό πάθος μέ περισσότερη ὀξύτητα στόν ἄνθρωπο καί τόν αἰχμαλωτίζει.

Ἡ θεραπεία τοῦ νοῦ[41]
Τρόποι θεραπείας τοῦ νοῦ εἶναι ἡ φυλακή τοῦ νοῦ ἤ τήρηση τοῦ νοῦ, ἡ προ-σοχή τοῦ νοῦ ἀπό τούς λογισμούς καί τίς φαντασίες. Ἀρχή τῆς φυλακῆς τοῦ νοῦ εἶναι ἡ ἐγκράτεια φαγητῶν καί ποτῶν, ἀποχή παντός λογισμοῦ. Ἡ φυλακή τοῦ νοῦ συνδυάζεται μέ τήν εὐχή τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ἐλέησόν με».

«Nοῦν τηροῦμεν».
Ὁ ἀββᾶς Δωρόθεος λέγει: τὸ πιὸ δικό μας πρᾶγμα στὴν ὅλη τήν ὕπαρξή μας εἶναι ὁ νοῦς μας.
Ὅταν δὲν φυλάττουμε τὶς αἰσθήσεις μας, τὴν ὅραση, τὴν ἀκοή, τὴν γεύση κλπ., δηλαδὴ τοὺς τροφοδότες τοῦ νοῦ μας καὶ δὲν τηροῦμε τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ, ποὺ κατεργάζονται τὴν κοινωνία καὶ ἕνωση μαζί Του, τότε δὲν ἀνακαινιζόμαστε, δὲν ἀναγεννιόμαστε καὶ ὡς συνέπεια μᾶς ἀκολουθεῖ μιὰ κατάσταση, κατὰ τὴν ὁποία ἡ καρδιὰ καὶ ὁ νοῦς ἀπομακρύνονται καὶ ἀναλαμβάνει τὸ προβάδισμα ἡ ἀκάθαρτη καρδιά.

Τότε, αὐτὰ ποὺ ἐπιθυμεῖ ἡ ἀκάθαρτη καὶ μολυσμένη καρδιά μας αὐτὰ σκέφτεται καὶ ὁ νοῦς μας. Τότε καθίσταται σκοτισμένος, διεστραμμένος καὶ ἀδό-κιμος. Τραγικὴ συνέπεια αὐτῆς τῆς κατάστασης τοῦ νοῦ μας εἶναι μία ζωὴ «κτη-νώδης καὶ δαιμονιώδης», κτηνώδης λόγω τῶν παθῶν και δαιμονιώδης λόγω τῆς ὑπερηφανείας.
Τότε δὲν μπορεῖ ὁ νοῦς μας νὰ «κουμαντάρει» τὴν ζωή μας καὶ μᾶς «κάνουν κουμάντο» τὰ πάθη καὶ οἱ δαίμονες.

Ὁ καθαρός νοῦς ἐνεργεῖ ὡς ἡγεμὼνας ἑνοποιητικὰ στὶς δυνάμεις τῆς ψυχῆς, αὐτές πού πρῶτα ἦταν διεστραμμένες ὑπὸ τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου καὶ μὲ κοινὴ θέληση καὶ ἐνέργεια αὐτῶν τῶν δυνάμεων συνεργεῖ μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Στοὺς ἀγωνιζομένους Χριστιανοὺς ὁ «ἡγεμὼνας νοῦς» ὑποτάσσει τὴν καρδιὰ μὲ τὶς ἐπιθυμίες της καὶ τὴν μαθαίνει νὰ ζεῖ «ἐν Χριστῷ».

Πιὸ εἰδικὰ, θὰ πρέπει νὰ ποῦμε πὼς ὁ νοῦς μας γίνεται «κυρίαρχος» τῆς ζωῆς μας, ὅταν καθαρθεῖ:
α) Μὲ τὴ μετάνοια, δηλαδὴ μὲ τὴν κατά Θεό λύπη καὶ τὸ μῖσος γιὰ τὴν ἁμαρτία, ποὺ σημαίνει κατὰ βάθος οἰκοδόμηση σχέσεως ἀγάπης καὶ ταπεινώσεως μὲ τὸν Θεὸ.

β) Μὲ τὴν προσευχή, καὶ εἰδικὰ μὲ τὴν μονολόγιστη εὐχή. Αὐτὴ εἶναι ἡ παράδοσή μας τὴν ὁποία πρέπει νὰ ἀκολουθήσουμε: «Κύριε, Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με». Σὰν νὰ βουτᾶμε συνεχῶς καὶ μὲ ὑπομονὴ ἕνα σπόγγο στὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ πλέ-νουμε τόν νοῦ καὶ τήν καρδιά. Ἤ, κατὰ τὴν εἰκόνα σύγχρονου ὁσίου ἀνδρός, πού εἶπε: «εἶναι σὰν νὰ παίρνουμε μία λίμα καὶ «λιμάρουμε», λειαίνουμε τὴν καρδιά μας ἀπὸ τὴ σκουριὰ τῶν παθῶν ποὺ ἔχουμε σωρεύσει».

γ) Μὲ τὴ φυλακὴ τῶν αἰσθήσεων, ποὺ μαραίνει τὴν ἐμπαθῆ φαντασία καὶ κρατᾶ τὸν νοῦ μας ἀμόλυντο». «Ὅλος ὁ ἀγώνας μας εἶναι νά μαζεύουμε τόν νοῦ γιά νά βρίσκεται στήν καρδιά. Γι' αὐτό, ὅταν ρωτοῦσαν τούς παλαιούς ἀσκητές τῆς ἐρή-μου τί κάνετε ἐδῶ πού ζεῖτε; Αὐτοί ἀπαντοῦσαν: «νοῦν τηροῦμεν». Προσέχουμε δηλαδή ὁ νοῦς μας νά μήν περιπλανᾶται ἀπό ἐδῶ κι ἀπ’ ἐκεῖ, ἀλλά νά εἶναι στήν θέση του, στήν καρδιά. Μόνον τότε εἶχαν τό χάρισμα τῆς νοερᾶς προσευχῆς. Ὁ καθαρός τους νοῦς δηλαδή, ἑνωμένος μέ τήν καρδιά, ἔλεγε ἀδιάκοπα τήν εὐχή τοῦ Ἰησοῦ «Κύριε, Ἰησοῦ Χριστέ ἐλέησόν με». Τότε τό Ἅγιο Πνεῦμα κατοικεῖ στήν καθαρή καρδιά τοῦ ἀνθρώπου καί προσεύχεται ἀδιάκοπα μέσα του «στεναγμοῖς ἀλαλήτοις». Πῶς γίνεται αὐτό δέν ξέρω νά σᾶς πῶ. Αὐτό τό ξέρουν μόνο οἱ Ἅγιοι πού ἔχουν αὐτό τό χάρισμα[42]».

Ἀπαιτεῖται ἡ ἀνδρεία, ὁ ἀθλητής τοῦ Χριστοῦ δέν ἀποθαρρύνεται ἀλλά ἐλπί-ζει στόν Θεό. Χρειαζεται νά ἐπιδοθεῖ στήν τήρηση τῶν θείων ἐντολῶν, στήν μνή-μη τοῦ Θεοῦ και τῆς μνήμης ἐξόδου ἀπό την ζωή αὐτή.

Οἱ τρεῖς κινήσεις τοῦ νοῦ[43]
«Ὁ βασικότερος μοχλός τῆς ψυχοσωματικῆς ὕπαρξης τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ὁ νοῦς, καθώς κινεῖ κάθε τμῆμα τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματος. Οἱ κινήσεις του διακρίνονται σέ τρεῖς κατηγορίες, τήν εὐθεία, τήν ἑλικοειδῆ καί τήν κυκλική[44]. Πρό τῆς πτώσεώς του ὁ ἄνθρωπος εἶχε ἕνα νοῦ καθαρό, ἐπειδή ἀκτινοβολοῦσε μέσα του τό θεῖο Φῶς. Ἀπατήθηκε ὅμως ἀπό τόν Διάβολο καί σκοτίστηκε.

Αὐτή εἶναι ἡ εὐθεῖα κίνηση, ὅπου ὁ νοῦς δέν ἀναζητᾶ τόν Θεό, ἀλλά τήν ἀπόλυτη ἀπόλαυση τῶν προσωπικῶν του ἐπιθυμιῶν μέσα ἀπό τήν ἀπόκτηση ὑλικῶν ἀγαθῶν. Κατά τήν ἑλικοειδῆ κίνηση ὁ ἄνθρωπος κινεῖ τόν νοῦ του πρός ἀναζήτηση τοῦ Θεοῦ, ἀλλά ἡ τυφλή του πορεία τόν ὁδηγεῖ στήν θεοποίηση τῶν πάντων ἐκτός τοῦ Θεοῦ. Ἐνῶ δηλαδή μέσα του εἶναι πού πρέπει νά Τόν ἀναζητήσει, ἐκεῖνος κατευθύνει τόν νοῦ του ἐκτός τῆς ψυχῆς καί παραδίνεται στόν ὑλικό κόσμο. Βρίσκει ὑλικά ἀγαθά, πού νομίζει ὅτι καλύπτουν τίς ἀνάγκες του καί εἶναι ἱκανά νά τόν σώσουν, καί κάπως ἔτσι ὁ νοῦς ὑποδουλώνεται στήν λογική καί τά ὑλικά ἀγαθά, καί καταντάει νά προσκυνάει τά εἴδωλα. Ἐξομοιώνει τά πάντα μέ τόν ἀληθινό Θεό.

Ἡ ἐπιστροφή τοῦ νοῦ στήν καρδιά. (ἡ κυκλική κίνηση τοῦ νοῦ). Ἡ τελευταία τῶν τριῶν κινήσεων, ἡ κυκλική, εἶναι αὐτή πού, σέ ἀντίθεση μέ τίς ἄλλες δύο, ἀναζητεῖ ἀπευθείας τόν Θεό. Ὁ νοῦς δέν βγαίνει ἔξω ἀπό τήν ψυχή, ἀλλά παραμένει μέσα σέ αὐτήν, ἐπιτρέποντας στό θεῖο Φῶς νά ρίξει τίς ἀκτῖνες του σέ ὅλη τήν ἔκτασή της. «Ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντὸς ὑμῶν ἐστι» (Λουκ. 17, 20-21).

Ἡ κίνηση αὐτή μπορεῖ νά ὁριστεῖ καί ὡς αὐτογνωσία, μιά καί ὁ ἄνθρωπος στρέφει τόν νοῦ του τόσο πρός τά φωτεινά μέρη τῆς ψυχῆς του ὅσο καί πρός τά σκοτεινά. Σκοπός του εἶναι νά ἀνακαλύψει αὐτά πού ἀκόμα δέν ἔχει δεῖ μέσα του καί νά τά φωτίσει ἡ θεία Χάρις. Βοηθάει τόν ἄνθρωπο νά παραμένει σέ ἐγρήγορση καί νά βλέπει κάθε στιγμή ποιός πραγματικά εἶναι, δίχως νά χάνει τήν πίστη του στόν Θεό. Ὅταν ὁ νοῦς ἔχει δουλέψει τήν κυκλική κίνηση, χαρακτηρίζεται «πυλωρός νηφάλιος[45]».

Ἔχει ἀποκλείσει ἀπό μέσα του κάθε δαιμονική παρέμβαση, κάθε ἐγωιστική δόξα, εἶναι τελείως κενός καί ἀφήνει μονάχα τόν Θεό νά ἐνεργήσει. Πλημμυρίζει ἀπό τήν Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί ἔτσι ἡ συνείδηση, πού τόν ἀκολουθεῖ πιστά, φωτίζεται ἐν Χριστῷ. Ἄν ὅμως ὁ νοῦς ἀρχίζει καί σκοτίζεται, τό ἴδιο θά συμβεῖ καί μέ τήν συνείδηση. Ὅπου στρέφεται ὁ νοῦς, ἐκεῖ βρίσκεται καί ἡ συνείδηση καί ἀπό ἕνα σημεῖο καί ἔπειτα, ἐπειδή αὐτή ἔχει μάθει τίς κινήσεις τοῦ νοῦ καί τίς ἔχει συνηθίσει, ὁδεύει μόνη της πρός τά ἐκεῖ. Ὁ παραρριπισμός τοῦ νοῦ ὀφείλεται στήν δαιμονική πλάνη καί στήν συγκατάθεση τῆς ἀνθρώπινης βούλη-σης. Ἀλλά αὐτό εἶναι ἐπιτρεπτό ἀπό τόν Θεό, γιά νά μπορέσει ὁ νοῦς ἀπό πειρα-ζόμενος νά γίνει μαχόμενος[46].

Νά μάθει νά ἀντιστέκεται καί νά ἀποκρούει κάθε πειρασμό. Μάχεται ἐνάντια στήν σάρκα καί τίς ὁρέξεις της. Ἄν δείξει ἀδυναμία, ἡ σάρκα παίρνει τόν ἔλεγχο τοῦ πνεύματος, ἀλλά, ἄν ὁ νοῦς ἀποδεχτεῖ τήν θεία πρόσκληση, τότε καί ἡ σάρκα χάνει τήν αὐτοδυναμία της. Ὑποτάσσεται στόν νοῦ, ὁ ὁποῖος θέτει σέ λειτουργία τίς πνευματικές ἀρετές. Αὐτές, μάλιστα, εἶναι πολύ πιό ἀναγκαῖο νά καλλιεργούνται πρίν τίς σωματικές ἀρετές, διότι ἡ εἰκόνα τοῦ ἀνθρώπου διαμορφώνεται πάντα ἀπό τά μέσα πρός τά ἔξω.
Ἑπόμενο στάδιο εἶναι ὁ νοῦς νά γίνει ἀπό μαχόμενος θεούμενος[47]. Θά ἀποκτήσει τήν θεία ἀλήθεια, ὄχι ἁπλᾶ μέ τό νά ἀντιστέκεται σέ κάθε πειρασμό πού ἐμφανί-ζεται μπροστά του, ἀλλά πολύ περισσότερο νά κάνει πράξη τόν λόγο τοῦ Θεοῦ. Ἄν ὁ νοῦς δέν ἐφαρμόσει τόν Λόγο, τόν διατηρεῖ μέσα του μόνο ὡς θεωρία, μέ ἀποτέλεσμα νά παραμένει στάσιμος καί νά δημιουργεῖται ἡ σύγχυση...

Οὐσιαστικά, ἐπιστρέφει στήν ἑλικοειδῆ κίνηση καί ἀποδέχεται τόν Λόγο θεωρητι-κά, ἀποσκοπώντας στήν δίωξη τοῦ «καθ’ ὁμοίωσιν». Ἐπίσης, εἶναι σημαντικό νά τονιστεῖ ὅτι, ὅταν ὁ νοῦς ἔρχεται ἀντιμέτωπος μέ τούς πειρασμούς τοῦ Διαβόλου, ἡ καλύτερη ἀντίσταση πού μπορεῖ νά προβάλλει εἶναι ἡ ἀπαξίωση καί καταφρό-νησή τους. Ἄν προσπαθήσει νά ἀντισταθεῖ, ἀφοῦ τούς κατανοήσει, τότε γίνεται ὅμοιος μέ αὐτούς («Ὅποιος περιφρονεῖ τοῦτον τόν δαίμονα, ἐλευθερώθηκε ἀπό τό πάθος. Ὅποιος σοφίζεται νά ἀγωνισθεῖ ἐναντίον του διαφορετικά, στό τέλος νικᾶ-ται. Διότι ἐκεῖνος πού προσπαθεῖ νά συλλάβει τά πνεύματα μέ λόγια, ὁμοιάζει μ’ ἐκεῖνον πού προσπαθεῖ νά κλείσει κάπου τούς ανέμους[48]»).

«Ὁ νοῦς μέ τόν περισπασμό διαχέεται στήν κτίση καί προσκολλᾶται σ’ αὐτήν.
Μέ τήν βοήθεια τῆς θείας Χάριτος, πού ἐμφανίζεται ὡς Φῶς καί μέ τήν βαθειά με-τάνοια τοῦ ἀνθρώπου, κυρίως μέ τήν ἐπίκληση τοῦ θείου ὀνόματος τοῦ Ἰησοῦ Χρι-στοῦ τό: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ἐλέησόν με», μέ τήν μελέτη τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ καί τήν θεία Κοινωνία ὁ νοῦς ἐπιστρέφει στόν ἑαυτόν του, δηλαδή στήν καρδιά.

Τό θεῖο Φῶς τοῦ ἀποκαλύπτει τό σκοτάδι πού ἐδημιούργησε ἡ ἁμαρτία καί τήν φθορά πού ὑπέστη ἡ καρδιά του, ὁ ἔσω ἄνθρωπος. Βιώνοντας τό πνευματικό σκο-τάδι πού τόν περιβάλλει, ἔρχεται σέ αὐτογνωσία καί διά τοῦ πένθους τό ἀποβάλ-λει. Ὁ ἄνθρωπος ταπεινώνεται, ἀπαρνεῖται τήν λογική καί ἀποδέχεται τήν μωρία τοῦ Σταυροῦ ὡς σοφία. Τό Ἅγιο Πνεῦμα ἐγκαθιστᾶται στήν καρδιά καί προσεύ-χεται γιά λογαριασμό τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ ἄνθρωπος βιώνει τήν προσευχή τοῦ Ἁγί-ου Πνεύματος.

Βεβαίωση τῆς ἑνώσεως τοῦ νοῦ μέ τήν καρδιά εἶναι τά δάκρυα κατανύξεως καί ἡ γλυκεῖα αἴσθηση τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Τότε ὁ ἄνθρωπος θεραπεύεται καί γίνεται πρόσωπο. Στήν συνέχεια ὁ ἄνθρωπος κατευθύνει ὅλο του τό εἶναι πρός τόν Θεό καί διαλέγεται μαζί Του[49]».

Γράφει ὁ Μ. Βασίλειος στήν 2η ἐπιστολή πρός τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Θεόλόγο τά ἑξῆς: «Ὁ νοῦς πού δεν διασκορπίζεται πρός τά ἔξω, ἐπιστρέφει πρός τόν ἑαυτόν του, καί διά μέσου τοῦ ἑαυτοῦ του ἀνεβαίνει στόν Θεό, σάν δρόμο χωρίς τόν κίν-δυνο τῆς πλάνης».
Ἀποσπάσματα ὁμιλιῶν τοῦ μακαριστοῦ γέροντα Ἰωσήφ τοῦ Βατοπαιδι-νοῦ περί τοῦ νοῦ[50]

«Τό ξεκίνημά μας, (δηλ. τῆς μοναχικῆς ζωῆς), εἶναι ἡ ἀποταγή. Ἀποταγή χάρα-ξε καί ὁ Χριστός μας μετά τό βάπτισμα, ἀπεσύρθη στήν ἔρημο καί ἐκεῖ μέ ἀποτα-γή ἄρχισε τήν νηστεία, τήν ἀγρυπνία καί την προσευχή καί ἐνίκησε τόν διάβολο. Γιά νά μᾶς διδάξει πρακτικά πῶς θά θεραπευθοῦμε. Ἡ ἀποταγή εἶναι γιά νά μᾶς ξεκολλήσει ἀπό κάθε τι τό κοσμικό γιά νά εἶναι ὁ νοῦς μας ἐλεύθερος.
 Μοναχός εἶναι αὐτός πού τηρεῖ, (φυλάσσει), τόν νοῦ. Ἀπό τόν νοῦ, (ἕνας παραλογισμός τῆς σκέψεως τοῦ νοῦ, ἔφυγε ὁ νοῦς ἀπό τήν μνήμη τοῦ Θεοῦ), καί μπῆκε ἡ φθορά στήν ἀνθρωπότητα καί στήν κτίση. Ἀλλά καί ἀπό τόν νοῦ ἔγινε ἡ ἐπανόρθωση τῶν ἑκατομμυρίων ὁμολογητῶν καί τῶν μαρτύρων.Ὅλοι ἔγιναν ἅγιοι μέ τήν ἀπό-λυτη ἀποταγή καί μέ τήν ἀκρίβεια τῆς τηρήσεως τοῦ νοῦ. Πρέπει νά κτυπήσουμε τήν κατάρα πού λέγεται μετεωρισμός καί σκορπισμός…

Ὅταν λειτουργοῦν οἱ δυ-νάμεις τοῦ νοῦ τό λογιστικό, τό ἐπιθυμητικό καί τό θυμικό τότε ξυπνᾶ μέσα μας ὁ θεῖος φόβος. Τότε αὐτός ἐρεθίζει τόν ζῆλο καί ἀποφασίζουμε νά ἀγωνιστοῦμε στήν στενή καί τεθλιμμένη ὁδό, αὐτό εἶναι ἡ ὁμολογία, ὅτι μέ αὐταπάρνηση ἀρνούμεθα τίς συγκαταθέσεις τῶν λογισμῶν, τίς σκέψεις, τούς μετεωρισμούς καί προσπαθοῦμε νά στρέψουμε τόν νοῦ μας πρός τόν Θεό.

Αὐτό ἐπιτυγχάνεται διά τῆς στερήσεως τοῦ θελήματός μας, τῆς ὑπακοῆς καί τῆς ἀποταγῆς, αὐτό εἶναι το θέμα. Βλέποντας ἡ θεία Χάρις τήν ὁμολογία δηλαδή τήν προσπάθειά μας νά μήν μετεωρίζεται, νά μήν φεύγει ὁ νοῦς, κατά τήν ὥρα τῆς προσευχῆς ἤ τῆς μελέτης μᾶς ἐπισκέπτεται καί μᾶς δίνει τήν δύναμη τῆς μάχης καί τῆς πάλης κατά τῶν παθῶν. Ἔτσι γίνεται ἡ πνευματική μας προαγωγή, καί ὑπομένουμε τούς πειρα-σμούς πού εἶναι ἡ βάση τῆς ὡφελείας νά μᾶς ξυπνήσουν ἀπό τόν νυσταγμό τῆς ἀμελείας καί ἀρχίζουμε νά ἐπικαλούμεθα τόν Χριστό μας…»

«Ἐάν ὁ νοῦς εἶναι ὑγιής, ζωντανός καί προσέχει στίς λέξεις τῆς προσευχῆς ἤ τῆς μελέτης αὐτό προκαλεῖ τήν ἐνέργεια τῆς Χάριτος, σᾶς παρακαλῶ πολύ νά τό προσέξετε αὐτό. Συγκρατῶντας τόν νοῦ θά βρῆτε μεγάλη ὠφέλεια καί εἰρήνη. Νά προκαλοῦμε τόν νοῦ στήν δοξολογία, στήν εὐχαριστία, στήν παράκληση στήν ἱκεσία. Ὅταν προσέχουμε τόν νοῦ πείθουμε τήν ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ νά μᾶς πλησιάσει.

Αὐτό ἐπιτυγχάνεται ὅταν ὁ νοῦς προσέχει καί δέν εἶναι διασκορπι-σμένος στά κτίσματα…Ὁ σκοπός μας εἶναι νά γυρίσουμε τόν νοῦ μας στόν Θεό, αὐτό εἶναι τό πᾶν. Ὁ νοῦς εἶναι τό κεφάλαιο τῆς προσωπικότητάς μας καί αὐτόν θέλει ὁ Θεός νά εἶναι μαζί Του…Ὅταν ἡ θεία Χάρις μᾶς βλέπει ὅτι εἴμαστε ὑπά-κοοι μᾶς ὠθεῖ στήν προσευχή νά φωνάξουμε τόν Θεό Πατέρα γι’ αὐτό λέγει στήν Κυριακή προσευχή: «Πάτερ ἡμῶν…» Ἐάν δεν ἔχουμε συνοχή ἀναμεταξύ μας, τα-πεινοφροσύνη καί ἀγάπη ὁ διάβολος θά μᾶς διαλύσει.

Παρακαλῶ πάρα πολύ τήν ἀγάπη σας νά προσέχετε τήν ἐσωστρέφεια, νά κρατᾶ-τε τόν νοῦ σας νά μήν πάει πουθενά ἀλλά νά προσέχει τά λόγια τῆς Ἀκολουθίας καί αὐτό εἶναι ἡ πλήρης ὁμολογία. Τό κέντρο εἶναι ὁ νοῦς νά μήν διασκορπίζεται καί ἔτσι ἡ θεία Χάρις θά μᾶς προαγάγει…»

«Τό κέντρο τοῦ στόχου μας εἶναι ἡ φύλαξη τοῦ νοῦ. Γι’ αὐτό ἀνά πᾶσα στιγμή ἐλέγχετε τόν νοῦ σας. Ποῦ πᾶς; Τί εἶναι αὐτά πού σκέφτεσαι; Αὐτό εἶναι τό ἀντιρ-ρητικό. Ὅλα τά κακά ξεκινοῦν ἀπό τήν βούληση τοῦ ἐγωκεντρισμοῦ, πού μέσα ἔχει τήν κατάρα: «ἔτσι ἐγώ λέω, ἔτσι σκέφτομαι», ἀπό ἐκεῖ ξεκινᾶ ἡ φιλαυτία, (ἡ παράλογη ἀγάπη τοῦ ἑαυτοῦ μας). Ἀπό την φιλαυτία γεννᾶται ἡ φιληδονία ἡ ἱκανοποίηση τῆς ἐφαρμογῆς τῆς γνώμης μας καί αὐτό εἶναι ἡ μητέρα τοῦ θανά-του. Προσέξατε τήν τήρηση τοῦ νοῦ, ὅταν παρεκτρέπεται νά κατηγοροῦμε τόν ἑαυτόν μας με τήν αὐτομεμψία: «Βρέ ζῶον δέν ντρέπεσαι; Τί εἶναι αὐτά πού σκέ-φτεσαι; Κτῆνος πάλι φεύγεις;» Μέ τήν αὐτομεμψία κερδίζουμε δύο πράγματα, τήν φυγή τοῦ διαβόλου καί τήν ταπεινοφροσύνη.

Προσέξατε πάρα πολύ τό θέλημα, τό βδέλυγμα τῆς ἐρημώσεως. Ὅταν ὁ ἄνθ-ρωπος κρατᾶ τήν αὐτομεμψία, τόν ἀντιρρητικό λόγο τότε μᾶς πλησιάζει ἡ Χάρις. Μᾶς δίνει δύναμη καί μαχητικότητα καί ἔρχεται σέ αἴσθηση καί ξυπνᾶ ὁ νοῦς. Μέ τήν συνεχῆ αὐτομεμψία ἡ καρδιά πληγώνεται καί ἀρχίζει νά κλαίει ἐσωτερικά καί νά φωνάζει: «Πανάγαθε λυπήσου με, δέν μπορῶ νά ἐλέγξω τίποτε σέ παρακαλῶ ἔλα κοντά μου, βοήθησέ με». Δοκιμᾶστε τα καί θά δεῖτε. Αὐτά δέν εἶναι δικά μου εἶναι ἀπό τήν πεῖρα τῶν Πατέρων μας. Νά ἀγωνιζόμαστε νά μήν προσβάλλουμε τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ Λόγου. Μήν βγαίνετε ἀπό τόν ἑαυτόν σας, ἐσωστρέφεια, τήν τήρηση τοῦ νοῦ, προσεύχεσθε γιά νά διατηρεῖτε τήν θεία Χάρι. Ἐάν τώρα δέν ἔχο-με τό σθένος νά ἐλέγξουμε τόν νοῦ μας, ἐάν ἐπιτρέψει ὁ Θεός, πῶς θά ἀντέξουμε τά βασανιστήρια; Θά γίνουμε προδότες (τῆς πίστεώς μας).

Ἕνας πνευματικός πατέρας ἔλεγε σέ πνευματικό του παιδί: Νά φυλᾶμε τά αἰσθητήριά μας καί κυρίως τά μάτια μας, τά αὐτιά μας καί τούς λογισμούς, νά τούς διώχνεις μέ τήν εὐχή καί τήν περιφρόνηση. Εἶναι σάν τά πλοκάμια τοῦ χταποδιοῦ πού συλλαμβάνουν τά θηράματα τῆς ἁμαρτίας,
Ἐπειδή παιδί μου βρίσκεσαι πλησίον στά αἴτια τῆς ἁμαρτίας, πρόσεξε τόν νοῦν τό ἀνεδέστατο πτηνό, κατά τόν ἅγιο Ἰσαάκ τόν Σῦρο. Ὁ νοῦς εἰσέρχεται στά ἀπόρ ρητα τῶν πράξεων τοῦ πλησίον μας. Εἶναι ζωγράφος ἀπαίσιος ὁ νοῦς, ὅταν εἰκο-νίζει τά αἰσχρά.

Ὁ νοῦς εἶναι ἕνας χῶρος, τόπος πού ἐάν τόν καταλάβει ὁ Θεός δέν θά τόν καταλάβει ὁ διάβολος. Ὁ νοῦς εἶναι σάν τόν μύλο και ὅ, τι τοῦ ρίξεις τέτοια μορφή ἀλεύρι θά βγάλει. Θέλεις νά ἔχεις καλή παραγωγή; Βάλε του ἀγαθές σκέψεις καί θά ἔχεις χαρά, εἰρήνη, κατάνυξη. Ἐάν τοῦ βάλεις σκέψεις ἁμαρτωλές ὁπωσδήποτε τό ἀποτέλεσμα θά εἶναι ἡ ἁμαρτία.
Ἐξαρτᾶται ἀπό τήν προαίτεση τοῦ ἀνθρώπου, τί ὕλη θά δοθεῖ στόν νοῦ. Και ἡ προαίρεση αὐτή ἤ θά ἐπαινεθεῖ ἤ θά κατηγορηθεῖ».

Μοῦ ἔλεγε ἕνας Ἁγιορείτης ἱερομόναχος τά ἑξῆς συγκλονιστικά: «Σ’ ἕνα κελλί ζοῦσαν ὁ π. Μελέτιος Γέροντας καί ὁ π. Ἀβιμέλεχ ὑποτακτικός. Ἀγωνιζόταν μέ τήν βοήθεια τοῦ Θεοῦ. Κάποια μέρα ὁ π. Μελέτιος βγῆκε ἀπό τό κελλί γιά ἐργα-σία. Μετά ἀπό ὥρα ὅταν ἐπέστρεψε συνάντησε τόν π. Ἀβιμέλεχ νά πηδᾶ ἀπό τήν χαρά του. «Εὕρηκα - εὕρηκα γέροντα». Τί βρῆκες πάτερ μου; Βρῆκα τόν τόπο τῆς καρδιᾶς μου. Ἔκανε πολλές μέρες νά κοιμηθεῖ ἀπό τήν μεγάλη οὐράνια χαρά πού τόν πλημμυροῦσε. Αὐτά τά διηγήθηκε ὁ π. Μελέτιος».

Τό δῶρο τῆς Παναγίας. Μοῦ «ἐξομολογήθηκε», ὁ ἴδιος ὁ ἱερομόναχος. «Ἤ-μουν κάποια μέρα μέρα μέ προσκυνητές στό μοναστήρι μας. Μερικοί ἔβγαλαν τίς φωτογραφικές μηχανές, χωρίς νά πάρουν ἄδεια, εὐλογία, καί φωτογράφιζαν τούς μοναχούς καί τίς εἰκόνες πού ἔχουμε. Ἀπό μέσα μου ἔλεγα: «Τί κάνουν αὐτοί; Δέν σέβονται κανέναν;» Ἐκείνη τήν ὥρα μοῦ ἔστειλε ἡ Παναγία ἕνα δῶρο. Ξαφνικά βρέθηκα μέσα σάν σέ μεγάλη γυάλα, ἔβλεπα τόν κόσμο ἀλλά δέν μέ «ἀκουμποῦ-σαν» τά λόγια τους, ἀπό τήν οὐράνια χαρά πού βίωνα. Δέν ὑπῆρχαν λογισμοί, βα-θειά εἰρήνη ἦταν στήν πνευματική καρδιά μου. Ἤμουνα ξαφνικά σέ ἄλλον κό-σμο καί δέν εἶχα διάθεση νά μιλήσω σέ κανέναν γιά νά μήν χάσω αὐτήν τήν οὐ-ράνια γλυκύτητα. Μέχρι πού σέ μιά στιγμή ἕνας τοποθέτησε τήν φωτογραφική μηχανή ἐπάνω μου κι' ἐγώ δέν ἀντέδρασα καθόλου γιά νά μήν χάσω αὐτήν τήν οὐράνια χαρά».

Πηγές:
[1] Ἔκδοσις ἀκριβής τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, κεφ 26
[2] Πρωτ. Ἰωάννου Ρωμανίδη, Πατερική Θεολογία, ἔκδ. «Παρακαταθήκη», Θεσσαλονίκη 2004, σελ. 270, 271
[3] Πρωτ. Ἰωάννου Ρωμανίδη, Πατερική Θεολογία, ὅ.π.π., σελ. 179
[4] Πρωτ. Ἰωάννου Ρωμανίδη, Πατερική Θεολογία, ὅ.π.π., σελ. 179
[5] Ἱερομονάχου Σάββα Ἁγιορείτου, Ἀπόσπασμα ἀπό τή μελέτη: Ἡ ἀνθρωπολογία τοῦ Γέροντος Πορφυρίου τοῦ Ἁγιορείτου. hristospanagia3.blogspot.gr
[6] Ἱερομονάχου Σάββα Ἁγιορείτου, Ἀπόσπασμα ἀπό τήν μελέτη: ὅ.π.π.
[7] Ἁγίου Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου, κεφάλαια πρακτικά καί θεολογικά, ἔκδ. Ρηγοπούλου, Θεσ-σαλονίκη 1969, σελ. 477
[8] Ἀρχ. Ἱεροθέου Βλάχου, Ὀρθόδοξη ψυχοθεραπεία, ἔκδ.Α, ἐκδ. Ἱερά Μονή Ὑψώσεως Τιμίου Σταυ-ροῦ Μεσημέριον, σελ. 236 κ. ἑξῆς.
[9] Κεφάλαια θεολογικά και οἰκονομικά Β΄ Ε.Π.Ε. 15Δ, σελ. 113
[10] Κεφάλαια θεολογικά και οἰκονομικά Ε΄ Ε.Π.Ε. 15Δ, σελ. 297 299
[11] Μητρ. Ἱεροθέου (Βλάχου). Τό Πρόσωπο στήν Ὀρθόδοξη Παράδοση, ἔκδ. Ἱ. Μ. Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου, Λεβάδεια, 1994, σελ. 24
[12] http://www.sitemaker.gr/christosd/assets/therapy.htm π. Γ. Δ. Μεταλληνού, Ἠ Ὀρθοδοξία ὡς Θε-ραπεία.
[13] . Ἰωάννου Ρωμανίδη, Πατερική Θεολογία, ὅ.π.π., σελ. 19
[14] Βλ. Νικήτα Στηθάτου, Φιλοκαλία, Δ’, έκδ. Αστέρος, 1976, σ. 134, § 79.
[15] Βλ. Ἁγίου Συμεών Νέου θεολόγου, Εὑρισκόμενα, Λόγος 75ος.
[16] Μητροπολίτου Ναυπάκτου Ἱεροθέου, Ἡσυχία καί θεολογία τά πλαίσια τῆς ὀρθόδοξης ἐκκλη-σιαστικῆς θεραπείας τοῦ ἀνθρώπου, Ἱ. Μ. Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου (Πελαγίας), 2004, σελ. 367
[17] Πρωτ. Ἰωάννου Ρωμανίδη, Πατερική Θεολογία, ὅ.π.π., σελ. 60
[18] π. Ἰωάννης Ρωμανίδης, Πῶς ὁ Θεός θεᾶται καί ὁ ἄνθρωπος θεοῦται, στοιχεῖα Ὀρθοδόξου Πατε-ρικῆς Ἀνθρωπολογίας καί θεολογίας ὅπως τίς δίδαξε ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης, Ἅγιον Ὄρος, 2003, σελ. 111 – 112.
[19] Μητροπολίτου Ναυπάκτου Ἱεροθέου, Ἡσυχία καί θεολογία ὅ.π.π., σελ. 494
[20] Σεβ. Ἱερόθεος Βλάχος, Ἐκκλησιαστική Παρέμβαση Ἱ. Μ. Ἁγίου Βλασίου καί Ναυπάκτου, Μάϊος 2011
[21] Μητροπολίτου Ναυπάκτου Ἱεροθέου, Ἡσυχία καί θεολογία ὅ.π.π. 177
[22] Πρωτ. Ἰωάννου Ρωμανίδη, Πατερική Θεολογία, ὅ.π.π., σελ. 37 - 39
[23] Ἀρχ. Ἱεροθέου Βλάχου, Ὀρθόδοξη ψυχοθεραπεία, ἔκδ.Α, ἐκδ. Ἱερά Μονή Ὑψώσεως Τιμίου Σταυροῦ Μεσημέριον, 124 -125
[24] Πρωτ. Ἰωάννου Ρωμανίδη, Πατερική Θεολογία, ὅ.π.π., σελ. 114
[25] Μητροπολίτου Ναυπάκτου Ἱεροθέου, Ἡσυχία καί θεολογία ὅ.π.π. σελ. 101
[26] Πρωτ. Ἰωάννου Ρωμανίδη, Ρωμαῖοι ἤ Ρωμηοί πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, τόμ. 1, Θεσσαλονίκη 1984, σελ. 12, 80
[27] «Οἱ Νεομάρτυρες τῆς Τουρκοκρατίας ἀπέδειξαν ἐπανειλημμένως ὅτι ἡ δύναμις αὐτή τοῦ φωτισμοῦ τοῦ προσευχομένου Ἁγίου Πνεύματος μέσα εἰς τήν καρδίαν τοῦ πιστοῦ ἦτο πολύ μεγαλυτέρα ἀπό τά χειρότερα βασανιστήρια, πού ἠμποροῦσαν οἱ Τοῦρκοι νά ἐπι-νοήσουν» Πρωτ. Ἰωάννου Ρωμανίδη, Ρωμαῖοι ἤ Ρωμηοί πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, τόμ. 1, Θεσσαλο-νίκη 1984, σελ. 26,
[28] Πρωτ. Γεωργίου Μεταλληνοῦ, ἡ σπουδαιότητα τοῦ ἡσυχασμοῦ στήν ἱστορία τοῦ γένους, Ἐπι-στημονικόν Συνέδριον γιά τόν Ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ, Ἱ. Μ. Μ. Βατοπεδίου, Ἅγιον Ὄρος, 2002, σελ. 473 κ. ἑξῆς
[29] Μητροπολίτου Ναυπάκτου Ἱεροθέου, Ἡσυχία καί θεολογία, ὅ.π.π.σελ. 183
[30] Ἀρχιμ. Ζαχαρία Ζάχαρου, Ὁ κρυπτός τῆς καρδίας ἄνθρωπος, Ἱ. Μ. Τιμίου Προδρόμου, Ἔσσεξ Ἀγγλίας, σελ. 224
[31] Γεωργίου Χλωροῦ, νοῦς καί καρδιά κατά τόν Ἰσαάκ τόν Σῦρο, διπλωματική ἐργασία, Α.Π.Θ. Θεσσαλονίκη 1998, σελ. 89
[32] Γεωργίου Χλωροῦ,νοῦς καί καρδιά…ὅ.π.π. σελ. 66, 67, 84
[33] Ἰωάννου Τάτση, ἡ προσευχή στήν διδασκαλία τοῦ Ἀββᾶ Ἰσαάκ τοῦ Σύρου, διπλωματική ἐργασία, Α.Π.Θ. Θεσσαλονίκη ἄν.χρ., σελ. 76
[34] Γεωργίου Χλωροῦ, νοῦς και καρδιά…ὅ.π.π. σελ. 21 - 22
[35] Ὅσιος Πέτρος ὁ Δαμασκηνός, βιβλίον β, λόγος 1ος, Φιλοκαλία τ. γ΄ ἔκδ. «Περιβόλι τῆς Παναγί-ας», σελ. 189.
[36] Ἀρχ. Ἱεροθέου Βλάχου, Ὀρθόδοξη ψυχοθεραπεία, ἔκδ.Α, ἐκδ. ὅ.π.π.
[37] Σεβασμ. Ἱεροθέου Βλάχου, «ὁ ἄσωτος νοῦς»ἕκτη κατήχηση. Περιοδικόν Ἱ. Μ.Μυτιλήνης «ὁ Ποι-μήν» Δεκέμβριος 2011, σελ. 281
[38] Ἀρχιμ. Ζαχαρία Ζάχαρου, Ὁ κρυπτός τῆς καρδίας ἄνθρωπος, Ἱ. Μ. Τιμίου Προδρόμου, Ἔσσεξ Ἀγγλίας, σελ. 216
[39] Κυριακάτικες νεανικές συντροφιές - Ἱερός Ναός Ἁγίου Δημητρίου ...
http://in-ad.gr/index.php/synaksi-neon/4814-2013-02-16-13-59-59
[40] Ὁ Ἰωάννης ὁ Σιναΐτης (525-600), συγγραφέας τῆς Κλίμακος γράφει : «Ὁμιλοῦν οἱ πιό ἀκριβο-λόγοι ἀπό τούς Πατέρες καί γιά μία ἄλλη ἔννοια, ἡ ὁποία σύμφωνα μέ ὁρισμένους ἀποκαλεῖται παραρριπισμός τοῦ νοῦ. Πρόκειται δηλαδή σάν αἰφνίδια καί ἀσυνείδητη παρεκτροπή τοῦ νοῦ. Αὐ-τή ἡ ἔννοια παρευθύς, χωρίς νά μεσολαβήσει χρόνος ἤ λόγος ἤ εικόνα, παρουσιάζει μέ περισσό-τερη ὀξύτητα τό πάθος στόν ἄνθρωπο...». (Κλῖμαξ, Λόγος ΙΕ΄,73).
[41] Κυριακάτικες νεανικές συντροφιές - Ἱερός Ναός Ἁγίου Δημητρίου ...
http://in-ad.gr/index.php/synaksi-neon/4814-2013-02-16-13-59-59
[42] Ἀρχιμ. Νικόδημου Κανσίζογλου Ἱεροκήρυκος Ἱ. Μητροπόλεως Ἐδέσσης, Πέλλης καὶ Ἀλμωπίας.
http://imparonaxias.gr/paronaxias/index.php?option=com_content&view=article&id=546:kirygmata-minos-iouniou-2017&catid=18&Itemid=542
[43] ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΟΥΤΣΟΥΣΙΜΟΣ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ ΚΑΙ ΨΥΧΙΚΕΣ ΣΥΓΚΡΟΥΣΕΙΣ ΘΕΣΣΑΛ-ΛΟΝΙΚΗ 2015. Μεταπτυχιακη ἐργασία., σελ. 23 – 25.
[44] Ἀρχιμανδρίτου Ἰωαννικίου, Ὁ Νοῦς, ἐκδόσεις Ἱεροῦ Ἡσυχαστηρίου τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου Παλα-μᾶ, Κουφάλια Θεσ/νίκης 1988, σελ. 11
[45] Ἀρχιμανδρίτου Ἰωαννικίου, ὅ. π.π, σελ. 19
[46] Ἀρχιμανδρίτου Ἰωαννικίου, ὅ. π.π, σελ. 59
[47] Ἀρχιμανδρίτου Ἰωαννικίου, ὅ. π.π, σελ. 69
[48] Ἰωάννου Σιναΐτου, Κλίμαξ, μτφρ. Ἀρχιμ. Ἰγνατίου, έκδ. 16η, Ἱερά Μονή Παρακλήτου - Ὡρωπός Ἀττικῆς 2003, σελ. 253-257
[49] Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ,ὑπέρ τῶν ἱερῶν ἡσυχαζόντων, Φιλοκαλ. τ. δ΄, ἔκδ. «Περιβόλι τῆς Πα-ναγίας», σελ. 283. Ἀρχιμ Ζαχαρία Ζάχαρου, Ἀναφορά στή θεολογία τοῦ Γέροντος Σωφρονίου Ἔσ-σεξ Ἀγγλίας, σελ. 282 – 284. Ἀρχιμ. Ζαχαρία Ζάχαρου, Ὁ κρυπτός τῆς καρδίας ἄνθρωπος, Ἱ. Μ. Τι-μίου Προδρόμου, Ἔσσεξ Ἀγγλίας, σελ. 219
[50] «Ἡ τήρησις τοῦ νοῦ», «Ὁ νοῦς νά εἶναι στραμμένος στόν Θεό», «Ὁ νοῦς εἶναι ἡ αἰτία».

1 σχόλιο:

  1. Είναι εκπληκτικό κείμενο και προτείνω να το αποθηκεύσουνε όλοι γιατί είναι για μελέτη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Γράφεται μόνο με Ελληνικούς χαρακτήρες.
Σχόλια που δεν δεν είναι σοβαρά θα διαγράφονται.
Η ευθύνη των σχολίων ανήκει αποκλειστικά και μόνο στους σχολιαστές.